Υπογονιμότητα ονομάζεται η μη επίτευξη εγκυμοσύνης μετά από ελεύθερες, χωρίς προφύλαξη, επαφές για τουλάχιστον ένα χρόνο. Το χρονικό αυτό διάστημα δεν επιλέχθηκε τυχαία, αλλά βασίζεται στην παρατήρηση ότι η πιθανότητα να επιτύχει εγκυμοσύνη ένα ζευγάρι είναι περίπου 17% – 19% το μήνα, ενώ μετά από 23 μηνών επαφές περίπου 80% των ζευγαριών θα έχουν επιτύχει εγκυμοσύνη. Συμπεραίνεται λοιπόν ότι το ανθρώπινο είδος παρουσιάζει χαμηλό ποσοστό φυσικής γονιμότητας. Η υπογονιμότητα εμφανίζεται στο 15% περίπου των ζευγαριών με αυξανόμενες τάσεις. Στη χώρα μας υπάρχουν περίπου 250.000 υπογόνιμα ζευγάρια.
Καταρχάς η υπογονιμότητα αφορά και στους δύο συντρόφους, ενώ υπάρχει και ένα μικρό ποσοστό «ανεξήγητης» υπογονιμότητας.
Οι αιτίες μπορεί να είναι οργανικές ή λειτουργικές ενώ δεν αποκλείονται και οι περιβαλλοντολογικές, ψυχολογικές ή κοινωνικοοικονομικές αιτίες.
Σημαντικό ρόλο παίζει η ηλικία της γυναίκας, η οποία εμφανίζει μεγάλη μείωση στην επίτευξη εγκυμοσύνης μετά τα 35 και ακόμα μεγαλύτερη μετά τα 40.
Οι συνήθεις ενδείξεις που μας οδηγούν σε εξωσωματική γονιμοποίηση, είναι:
• Βλάβες στις σάλπιγγες
• Διαταραχές στην ωοθυλακιορρηξία
• Ενδομητρίωση
• Προβλήματα στον αριθμό, στην κινητικότητα ή στη μορφολογία των σπερματοζωαρίων
• Ανεξήγητη υπογονιμότητα
Για τη διερεύνηση και εξακρίβωση όλων των παραπάνω, διενεργούνται γενετικές και αιματολογικές εξετάσεις, οι πιο συνήθεις από τις οποίες αναφέρονται στις υπηρεσίες μας.
Κάθε ιατρική πράξη εκτός από τα θετικά της αποτελέσματα έχει μερικές φορές ανεπιθύμητες ενέργειες ή επιπλοκές.
Ειδικότερα ας δούμε τις διαδικασίες που εφαρμόζονται στην Υποβοηθούμενη Αναπαραγωγή Εξωσωματική Γονιμοποίηση:
Τα τελευταία χρόνια όμως, μπορούμε να μειώσουμε πολύ τις πιθανότητες εμφάνισής του ή και να τις εκμηδενίσουμε, με τη σωστή επιλογή του πρωτοκόλλου διέγερσης, την επιλογή του GnRH αγωνιστή για πρόκληση ωορρηξίας ή και κατάψυξη όλων των εμβρύων (freeze-all) σε περιπτώσεις υψηλού κινδύνου. Στην τελευταία περίπτωση η εμβρυομεταφορά μπορεί να γίνει τον μήνα που ακολουθεί τη διέγερση.
• Λίγο αυξημένα (12% – 15%) είναι και τα ποσοστά αποβολών που στις φυσιολογικές εγκυμοσύνες είναι 8 – 10% και μπορεί να οφείλονται στον υψηλότερο μέσο όρο ηλικίας των γυναικών που κάνουν εξωσωματική.
Είναι πιθανό, έχει παρατηρηθεί αρκετές φορές μετά από μία εξωσωματική γονιμοποίηση.
Είναι μύθος ότι οι πολλαπλές προσπάθειες έχουν επιπτώσεις στην υγεία της γυναίκας. Tα μέχρι σήμερα δεδομένα, δείχνουν ότι οι μέθοδοι υποβοηθούμενης αναπαραγωγής και οι φαρμακευτικές θεραπείες οι οποίες χορηγούνται, δεν αυξάνουν τους κινδύνους για την υγεία της γυναίκας και κυρίως τους κινδύνους για καρκινογένεση. Από την άλλη μεριά, το να μην αποκτήσει μια γυναίκα παιδιά εξαιτίας υπογονιμότητας αποτελεί παράγοντα κινδύνου για ορισμένες μορφές καρκίνου.
Η πολυετής εμπειρία στην εξωσωματική αλλά και τα επιστημονικά δεδομένα που υπάρχουν μέχρι σήμερα δείχνουν ότι μια γυναίκα όσες φορές και αν υποβληθεί σε τεχνητή γονιμοποίηση, αντιμετωπίζει τους ίδιους κινδύνους με μια γυναίκα που προσπαθεί να αποκτήσει μωρό διά της φυσιολογικής οδού. Θεωρητικά, λοιπόν, μπορεί να γίνουν ανεπιφύλακτα πολλές προσπάθειες και έχουν καταγραφεί ανάλογες εγκυμοσύνες.
Οι μελέτες στα εκατομμύρια των παιδιών που έχουν γεννηθεί με εξωσωματική μέχρι σήμερα βρέθηκε ότι δεν εμφανίζουν αυξημένο ποσοστό συγγενών ανωμαλιών ούτε διαφορές με τα παιδιά που γεννιούνται με φυσιολογικό τρόπο από γονείς με υπογονιμότητα.
Αφενός μεν η μεγάλη συχνότητα του προβλήματος, αφετέρου δε η θεαματική πρόοδος που έχει συντελεστεί στο σκέλος της θεραπείας, αρκετά χρόνια μετά τη γέννηση του πρώτου μωρού από εξωσωματική γονιμοποίηση (IVF), αλλάζουν σιγά-σιγά τον τρόπο με τον οποίο όλοι μας αντιμετωπίζουμε τις δυσκολίες σύλληψης.
Ασφαλώς, η ρεαλιστική προσέγγιση ενός τέτοιου σημαντικού θέματος, χωρίς αντιεπιστημονικά ταμπού, φοβικά σύνδρομα και εμμονή σε παρωχημένες αντιλήψεις, μόνο θετικά μπορεί να επηρεάσει τα υπογόνιμα ζευγάρια την κρίσιμη στιγμή της απόφασης να προσπαθήσουν να φέρουν στον κόσμο ένα παιδί.
Αυτή την ώρα, όταν οι δύο σύντροφοι που επιθυμούν να δημιουργήσουν οικογένεια αποφασίσουν να παραδεχθούν και τελικά να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα με τη βοήθεια των ειδικών, είναι σημαντικό να είναι απαλλαγμένοι από προκαταλήψεις, ενοχές και άσκοπες φορτίσεις που θα δυσχεράνουν τις προσπάθειές τους. Ούτως ή άλλως, στο πλαίσιο της μεθοδευμένης προσέγγισης και του αναλυτικού διαγνωστικού ελέγχου, δουλειά δική μας, των υπεύθυνων μαιευτήρων-γυναικολόγων και ειδικών της ανθρώπινης αναπαραγωγής, είναι να μετριάσουμε την ψυχολογική φόρτιση παρέχοντας την κατάλληλη, αξιόπιστη ενημέρωση. Ένα τοπίο λοιπόν που συχνά μοιάζει σκοτεινό, μπορεί να φωτισθεί με την παροχή της υπεύθυνης πληροφόρησης που πρέπει να είναι σαφής και ξεκάθαρη:
Η κατανόηση συγκεκριμένων, επιστημονικά τεκμηριωμένων αρχών, όπως αυτές που προαναφέρθηκαν, συμβάλλει αποφασιστικά στο να σπάσει ο φαύλος κύκλος του στρες που συχνά καταδυναστεύει το υπογόνιμο ζευγάρι. Και αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό αφού:
Αξίζει λοιπόν ενσυνείδητα, με αισιοδοξία και πίστη στο τελικό καλό αποτέλεσμα, το υπογόνιμο ζευγάρι να κάνει το πρώτο βήμα αφού με τη βοήθεια και καθοδήγησή μας μπορεί ρεαλιστικά να στοχεύσει και να φτάσει στο μεγάλο ζητούμενο: να γευτεί τη μοναδική χαρά της γονιμότητας!